Uncategorized

Η θεραπεία του δούλου του εκατόνταρχου.

Ένα θαύμα του Χριστού ακούσαμε να μας διηγείται σήμερα ο ευαγγελιστής Ματθαίος. Πρόκειται για την θεραπεία του δούλου ενός εκατόνταρχου, δηλ ενός αξιωματικού του Ρωμαϊκού στρατού κατοχής της Παλαιστίνης την εποχή του Χριστού. Ο ειδωλολάτρης αξιωματικός με τον τρόπο που εκφράστηκε και έπραξε, έδωσε αφορμή στον Χριστό να τον επαινέσει δημοσίως για την πίστη προς το πρόσωπό Του. Αλλά ας δούμε τα πράγματα με τη σειρά. 

Ο Χριστός ήταν σε κάποιο βουνό της Γαλιλαίας και δίδασκε τους όχλους που είχαν μαζευτεί να τον ακούσουν. Στο όρος αυτό έκανε τότε την περίφημη «Επί του όρους ομιλία» όπως έχει μείνει και λέγεται στην γλώσσα της Εκκλησίας. Μετά, κατέβηκε προς την λίμνη της Τιβεριάδος και μπήκε στην πόλη της Καπερναούμ που ήταν κτισμένη στην όχθη της λίμνης. Εκεί, κατά τον ευαγγελιστή Ματθαίο, τον συνάντησε ο Ρωμαίος αξιωματικός και του ζήτησε να θεραπεύσει τον άρρωστο και αφοσιωμένο δούλο του, ο οποίος βασανιζότανε από κάποια αρρώστια και ήταν κατάκοιτος στο σπίτι. Ο Κύριος προθυμοποιήθηκε να πάει στο σπίτι του αξιωματικού και να θεραπεύσει τον άρρωστο δούλο του. Τότε ο αξιωματικός αντέδρασε με έναν απρόσμενο τρόπο. Είπε, ότι δεν είναι άξιος για να μπει ο Χριστός στο σπίτι του. Τον παρακάλεσε λοιπόν να πει από μακριά τα θεραπευτικά λόγια που έπρεπε να πει, πιστεύοντας, ότι αυτό και μόνο είναι αρκετό για την θεραπεία του δούλου του, έστω και αν τους χώριζε μεγάλη απόσταση. Έφερε μάλιστα και ένα παράδειγμα από τη δική του στρατιωτική ζωή. «Εγώ, είπε ο εκατόνταρχος, έχω στα χέρια μου εξουσία και δίνω διαταγές. Λέω στον ένα στρατιώτη να πάει και πηγαίνει και στον άλλον να έρθει και έρχεται, ή σε άλλον να κάνει μια εργασία και αμέσως την κάνει. Έτσι και συ. Έχεις εξουσία και μπορείς να θεραπεύσεις τον δούλο μου με μια διαταγή Σου, από μακριά». Φυσικά, μετά απ’ αυτά τα λόγια, ο Κύριος δεν τον ρώτησε αν πιστεύει, ούτε δοκίμασε την πίστη του, όπως συνήθιζε να κάνει σε άλλες περιπτώσεις.

 «Τέτοια πίστη στη θεραπευτική μου δύναμη, τέτοια απόλυτη σιγουριά για την θεραπεία του δούλου του, δεν την συνάντησα ανάμεσα στους πατριώτες μου τους Ιουδαίους» είπε ο Χριστός στον όχλο που τον ακολουθούσε. Έκανε επίσης  ο Κύριος και ένα προφητικό σχόλιο, απηύθυνε μια προειδοποίηση, στον όχλο που παρακολουθούσε. «Πολλοί από τα πέρατα του κόσμου θα πιστέψουν σε μένα και θα κληρονομήσουν την Βασιλεία του Θεού. Προσέξτε όμως σεις οι Ιουδαίοι. Εσείς που έχετε επιλεγεί από τον Θεό ως απόγονοι των μεγάλων πατριαρχών Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ, να γίνετε η πρώτη μαγιά της Βασιλείας. Προσέξτε λοιπόν μην μείνετε έξω απ’ αυτήν».

Ο ευαγγελιστής Ματθαίος δεν μας παραθέτει περισσότερα στοιχεία για τον εκατόνταρχο και το θαύμα που ακούσαμε στο σημερινό ευαγγέλιο. Ο ευαγγελιστής Λουκάς, που κάνει λόγο για το ίδιο περιστατικό, μας παρουσιάζει τα γεγονότα διαφορετικά. Μας λέει λοιπόν ότι ο εκατόνταρχος δεν βγήκε από το σπίτι του να συναντήσει τον Χριστό, αλλά έστειλε σ’ αυτόν σεβαστούς Ιουδαίους σαν πρέσβεις, να παρακαλέσουν τον Χριστό να θεραπεύσει τον δούλο του. Και αυτοί πήγαν πρόθυμα και παρεκάλεσαν εκ μέρους του τον Χριστό, λέγοντας ότι αυτός ο εκατόνταρχος είναι άξιος να τύχει της θεραπείας που ζητάει, διότι αν και κατακτητής, αγαπάει πάρα πολύ το έθνος τους, και είναι αυτός που έκτισε την συναγωγή τους. Επίσης, όταν ο Κύριος πλησίαζε προς το σπίτι του, έστειλε πάλι άλλους, φίλους του αυτή τη φορά, να του πουν ότι δεν είναι άξιος να μπει στο σπίτι του, ούτε να τον συναντήσει, αλλά να πει τα θεραπευτικά λόγια Του από μακριά. «…, οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς» παρήγγειλε στον Ιησού.

Απ’ όλα αυτά φαίνεται ότι ο εκατόνταρχος ήταν άνθρωπος μεγάλης αγάπης και ταπείνωσης. Η μακρόχρονη καλλιέργεια των δυο αυτών αρετών, τον προετοίμαζαν για να ριζώσει μέσα του η πίστη στο πρόσωπο και την δύναμη του Χριστού. Ήταν άνθρωπος αγάπης, διότι μεριμνούσε γενικά για τις ανάγκες των κατακτημένων Ιουδαίων, ενώ η βασική του υποχρέωση ήταν να τους διοικεί και να τους εξουσιάζει. Σεβότανε την θρησκεία τους σε βαθμό που φρόντισε να αποκτήσουν δικό τους κτίριο της συναγωγής, για να συνάζονται και να μελετούν τον Νόμο. Η αγάπη του φαίνεται κυρίως, από το μεγάλο ενδιαφέρον του για την υγεία του δούλου του. Θα μπορούσε άνετα να τον διώξει και να πάρει άλλον, αφού την εποχή εκείνη η ζωή ενός δούλου δεν άξιζε τίποτα. Η ταπείνωσή του φαίνεται από τον τρόπο που προσέγγισε τον Χριστό και από τα λόγια που του είπε. Ενώ οι Ιουδαίοι οδηγούσαν τον Χριστό στο σπίτι του, εκείνος του παράγγελλε  ότι «…οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς…» δηλ. δεν είμαι άξιος να μπεις στο σπίτι μου. Τα λόγια αυτά, όχι μόνο τον δικαίωσαν στα μάτια του Χριστού και έγιναν η αιτία να πάρει αυτό που ζήτησε, αλλά απέδειξαν κάτι πολύ βασικό. Ότι οι αρετές ήταν μέσα του δουλεμένες σωστά. Δεν τον οδήγησαν σε έπαρση και υπερηφάνεια αλλά σε μεγάλη πίστη και αναγνώριση της αναξιότητάς του μπροστά στον Ιησού. Θα μπορούσε να είχε επικαλεστεί τα έργα του και τις καλοσύνες του ή ακόμη και το αξίωμά του, για να επιτύχει την θεραπεία του δούλου του. Αντίθετα επικαλέστηκε την αναξιότητα που πίστευε ότι έχει και ζήτησε το έλεος του Θεού.

Με ανάλογο τρόπο εκφράστηκε και ο απόστολος Πέτρος μέσα στο καΐκι του, όταν είδε να γεμίζουν ξαφνικά τα δίχτυα του από πολλά και μεγάλα ψάρια με ένα και μόνο πρόσταγμα του Ιησού. «…ἔξελθε ἀπ᾽ ἐμοῦ, ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλός εἰμι, κύριε..», είπε τότε ο Πέτρος. Τα ίδια λόγια είπε και ο πρώην άσωτος γιός του ευαγγελίου, όταν επέστρεψε στο πατρικό του σπίτι. «…οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου» είπε στον στοργικό πατέρα. Ανάλογα εκφράστηκε και ο απόστολος Παύλος «…οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς καλεῖσθαι ἀπόστολος…», έγραψε κάποια φορά στους Κορινθίους. Αλλά και εμείς σήμερα όταν βρισκόμαστε μπροστά στο σώμα και το αίμα του Κυρίου, λίγο πριν μεταλάβουμε, τα ίδια λόγια λέμε. «Κύριε ὁ Θεός μου, οἶδα, ὅτι οὔκ εἰμι ἄξιος οὐδὲ ἱκανός, ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς τοῦ οἴκου τῆς ψυχῆς…». Ένας ειδωλολάτρης μας έμαθε πως πρέπει να μιλάμε στον Θεό. Τα λόγια του πέρασαν ανά τους αιώνες από τα στόματα όλων των αγίων και έγιναν η πιο περιεκτική προσευχή της εκκλησίας.

Όσοι αγωνίζονται για την απόκτηση των αρετών του ευαγγελίου, ας έχουν μέσα τους ένα κριτήριο για να ξέρουν αν εργάζονται σωστά. Η σωστή εργασία των εντολών μας οδηγεί στο να βιώνουμε την αναξιότητά μας ενώπιον του Ιησού και αυθόρμητα να βγαίνει από την καρδιά μας η προσευχή όλων των αγίων. «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με».

Σε αντίθετη περίπτωση η εργασία των εντολών θα μας είναι όχι μόνο άχρηστη αλλά και καταστροφική αφού θα μας οδηγεί σε έπαρση και υπερηφάνεια και όπου βρισκόμαστε θα προκαλούμε τη διαίρεση και τη διάσπαση δηλ θα έχουμε τα χαρακτηριστικά των πονηρών πνευμάτων.

Μακάρι ο Θεός να μας αξιώσει να βρεθούμε στη χορεία εκείνων, που εργαζόμενοι τις αρετές επικαλούνται το έλεος και την αγάπη του Κυρίου Ιησού Χριστού. Αμήν.

                                                                                         π. Ανδρέας. Κουμπής

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this: